
Ένα νέο γεωργικό μοντέλο δοκιμάστηκε στην Ισπανία με ενδιαφέροντα αποτελέσματα, όπως περισσότερες ελιές, περισσότερες πολυφαινόλες, βιολογικό έλεγχο παρασίτων και ενυδάτωση του εδάφους. Οι «ελιές μελιού» (στα ισπανικά «olivares de miel») αποτελούν ένα καινοτόμο και βιώσιμο γεωργικό μοντέλο που αναπτύχθηκε στην Ισπανία για την αναζωογόνηση των παραδοσιακών ελαιώνων. Πρόκειται για μια μορφή πολυκαλλιέργειας που συνδυάζει την ελαιοκαλλιέργεια με τη μελισσοκομία και τη φύτευση αρωματικών βοτάνων.
Αντί να αφήνουν το έδαφος γυμνό ή με άγρια βότανα και ζιζάνια ανάμεσα στις σειρές των ελαιόδεντρων, οι αγρότες φυτεύουν φράκτες από αρωματικά μεσογειακά φυτά (όπως λεβάντα, δεντρολίβανο και θυμάρι) και τοποθετούν κυψέλες μέσα ή κοντά στα χωράφια. Αυτή η προσέγγιση έχει ως βάση της το αρχαίο οικοσύστημα των αρχικών μεσογειακών θαμνώνων, όπου οι άγριες ελιές συνυπήρχαν φυσικά με αρωματικούς θάμνους.
Αυτό το σύστημα δημιουργεί τόσο περιβαλλοντικά όσο και οικονομικά οφέλη για τους αγρότες:
Ο Javier Domínguez, ειδικός στο σχεδιασμό τοπίου για την καταπολέμηση της διάβρωσης και της ερημοποίησης, δήλωσε στα ισπανικά μέσα, ότι ο συνδυασμός ελαιόδεντρων και αρωματικών φυτών παρήγαγε «εκπληκτικά» αποτελέσματα. Αυτή η αλληλεπίδραση επέτρεψε την παραγωγή ελαίων με υψηλές συγκεντρώσεις πολυφαινολών, φτάνοντας τα 1100 mg/kg στην ποικιλία Hojiblanca και τα 1200 mg/kg στην Picual, διακρίνοντας έτσι αυτά τα έλαια τόσο για τις οργανοληπτικές τους ιδιότητες, όσο και για τα οφέλη τους στην υγεία. Σύμφωνα με το μελετητή, οι ελαιώνες των ορεινών λόφων είναι ιδανικοί για την απόκτηση ελαίων πλούσιων σε πολυφαινόλες από «ελιές μελιού», συμβάλλοντας έτσι στην αναζωογόνηση των αγροτικών περιοχών και στη διατήρηση του πληθυσμού. Μεταξύ των αρωματικών φυτών που χρησιμοποιούνται, η λεβάντα ξεχωρίζει για την ικανότητά της να αυξάνει αυτές τις ευεργετικές ενώσεις.




