
Η παραγωγή σόγιας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένει μείωση 21% το 2026 σε ετήσια βάση, φτάνοντας περίπου τους 2,2 εκατ. τόνους, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η υποχώρηση αποδίδεται κυρίως στη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, αλλά και στις χαμηλότερες αποδόσεις που αναμένονται μετά τον έντονο καύσωνα που επηρέασε μεγάλο μέρος της Ευρώπης τον Ιούνιο.
Η συνολική παραγωγή οσπρίων στην ΕΕ προβλέπεται να φτάσει λίγο πάνω από τους 6,7 εκατ. τόνους, χαμηλότερη κατά 7% σε σχέση με πέρυσι. Ωστόσο, η ποσότητα αυτή παραμένει υψηλότερη από το μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας.
Τα κτηνοτροφικά μπιζέλια αναμένουν να αποτελέσουν τη μεγαλύτερη κατηγορία οσπρίων στην ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 35% της συνολικής παραγωγής. Η παραγωγή τους φτάνει περίπου τους 2,4 εκατ. τόνους, χαμηλότερη κατά 3% σε ετήσια βάση, κάτι που οφείλεται κυρίως στη χαμηλότερη στρεμματική απόδοση, παρά το γεγονός ότι οι καλλιεργούμενες εκτάσεις ανέβηκαν κατά περίπου 1%. Αντίθετα, η παραγωγή κουκιών αναμένει άνοδο κατά περίπου 9%, φτάνοντας τους 1,6 εκατ. τόνους, λόγω της επέκτασης των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Παράλληλα, η παραγωγή γλυκού λούπινου προβλέπει αύξηση κατά 3%, στους 524 χιλ. τόνους.
Η γερμανική ένωση UFOP επισημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι αγρότες εξακολουθούν να δείχνουν ενδιαφέρον για την καλλιέργεια οσπρίων, αυξάνοντας σε μερικές περιπτώσεις τις εκτάσεις. Επιπλέον, τονίζει την ανάγκη για περαιτέρω στήριξη των καλλιεργειών αυτών, λόγω του ρόλου τους στις αμειψισπορές, στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των γεωργικών συστημάτων και στη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενες φυτικές πρωτεΐνες.
Η εξέλιξη της παραγωγής σόγιας και άλλων οσπρίων παραμένει κρίσιμο ζήτημα για την ευρωπαϊκή γεωργία, καθώς έχει άμεση σχέση με την επάρκεια πρωτεϊνούχων ζωοτροφών και τη στρατηγική της ΕΕ για μεγαλύτερη αυτάρκεια.
Πηγή:
Agrocapital