
Το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιοκομίας (IOC), κατά την πρόσφατή του ανάλυση, διαπιστώνει ανάκαμψη στην παγκόσμια κατανάλωση ελαιόλαδου και αύξηση κατανάλωσης στο επιτραπέζιο προϊόν την περίοδο 2024/2025.
Μάλιστα προβλέπει και το ενδεχόμενο για περαιτέρω αύξηση στην κατανάλωση ελαιόλαδου και κατά την τρέχουσα περίοδο. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η παγκόσμια κατανάλωση ελαιόλαδου κατά την προηγούμενη ελαιοκομική περίοδο ξεπέρασε τους 3,2 εκατ. τόνους (+15,3% από το 2023/2024), ενώ φέτος ίσως κερδίσει ακόμη 1%, φτάνοντας τους 3.248.000 τόνους.
Όπως υπογραμμίζει το IOC, η παγκόσμια κατανάλωση ελαιόλαδου είναι σχεδόν διπλάσια από το 1990/1991, κυρίως λόγω της συνδρομής χωρών εκτός των μελών του IOC, αλλά και μελών του πλην της ΕΕ. Σε αντίθεση με τη διεθνή εικόνα, η κατανάλωση στην ΕΕ παρουσιάζει πτωτική τάση την τελευταία εικοσαετία. Το μερίδιό της στην παγκόσμια κατανάλωση είχε πέσει στο 45% τα τελευταία χρόνια, από υψηλότερα του 70% όπου βρισκόταν το 2004/2005 – μια μείωση που την αντιστάθμισε η δυναμική ανάπτυξη άλλων αγορών.
Όσον αφορά τη χώρα μας, η κατανάλωση ελαιόλαδου έχει επίσης πτωτική τάση συγκριτικά με την περίοδο 2020/2021. Οι προβλέψεις θέλουν αυτήν την τάση να συνεχίζει και το 2025/2026, αφού εκτιμούν περαιτέρω μείωση κατά 16% από την προηγούμενη χρονιά. Χαρακτηριστικά, με βάση τα στοιχεία του IOC, η κατανάλωση ελαιόλαδου στην Ελλάδα το 2020/2021 έφτανε τους 109.000 τόνους, ενώ το 2025/2026 προβλέπει πως θα υποχωρήσει σε μόλις 73.000 τόνους.
Όσον αφορά την παγκόσμια κατανάλωση της επιτραπέζιας ελιάς, αυτή υπερέβη τους 3 εκατ. τόνους το 2024/2025, υψηλότερα κατά 4% από το μέσο όρο των τελευταίων καλλιεργητικών περιόδων, σύμφωνα με το IOC, ενώ η τρέχουσα περίοδος αναμένει μια οριακά χαμηλότερη κίνηση (-1%). Η αύξηση της κατανάλωσης επιτραπέζιας ελιάς, σε αντίθεση με το ελαιόλαδο, υπάρχει κυρίως στις βασικές παραγωγικές χώρες-μέλη του IOC. Σε αρκετές από αυτές, η σημαντική αύξηση της παραγωγής, επέφερε και ουσιαστική ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι αυτά της Αιγύπτου, όπου από 11.000 τόνους το 1990/91, έφτασε τους 540.000 τόνους το 2024/25, καθώς και της Αλγερίας, από 14.000 τόνους στους 267.500, και της Τουρκίας, από 110.000 τόνους στους 395.000 τόνους την ίδια περίοδο αναφοράς.
Κατά την τρέχουσα ελαιοκομική περίοδο, οι τιμές παραγωγού για το ελαιόλαδο δείχνουν επαναφορά στα γνώριμα, προ της προηγούμενης διετίας, επίπεδα. Για τις περιοχές που αποτελούν δείκτες των τριών παραγωγικών κρατών της ΕΕ (Ισπανία, Ιταλία, Ελλάδα) έχουν την εξής διαμόρφωση:
Ανάκαμψη σε μερικές από τις κύριες αγορές ελαιόλαδου βλέπει το IOC, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, με εξαίρεση αυτές της Κίνας και των ΗΠΑ. Το διάστημα Οκτωβρίου-Νοεμβρίου της τρέχουσας εμπορικής περιόδου, οι εισαγωγές ελαιόλαδου σε μερικές από τις κύριες αγορές, είχαν αύξηση 15.1%, σε σύγκριση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα. Υψηλότερες εισαγωγές όμως είχε και η επιτραπέζια ελιά, με τις εισαγωγές της σε μερικές κύριες αγορές κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου-Νοεμβρίου 2025, να έχουν αύξηση 7,9% από το προηγούμενο έτος.




