
Τα τριτικάλε είναι προϊόντα διασταύρωσης μεταξύ ειδών σιταριού και σίκαλης. Οι κύριοι στόχοι των προσπαθειών για τη δημιουργία και τη βελτίωση, είναι η παραγωγή ενός σιτηρού με αποδόσεις ανάλογες ή υψηλότερες του σιταριού, με αυξημένες δυνατότητες παραγωγής κάτω από δυσμενείς συνθήκες (εδάφη μέτριας γονιμότητας, χαμηλές θερμοκρασίες) και βελτιωμένη βιολογική αξία του προϊόντος.
Οι πρώτες προσπάθειες άρχισαν το 1875, όταν ο Γερμανός Rimpau κατάφερε για πρώτη φορά να διασταυρώσει σιτάρι με σίκαλη, αλλά τα υβρίδια ήταν στείρα. Ο ίδιος ερευνητής κατάφερε το 1891 να δημιουργήσει το πρώτο γόνιμο υβρίδιο από διασταύρωση μαλακού σιταριού και σίκαλης. Αξιοσημείωτη ήταν η δραστηριότητα του Πειραματικού Σταθμού του Saratov στην Ουκρανία (1918-1934), όπου οι Μeister και Lebedeff κατάφεραν να δημιουργήσουν από φυσικά υβρίδια μεταξύ μαλακού σιταριού και σίκαλης, προϊόντα γόνιμα σε ικανοποιητικό βαθμό. Στο σταθμό αυτό άρχισαν και οι πρώτες κυτταρολογικές έρευνες για την ερμηνεία της γενικά χαμηλής γονιμότητας των υβριδίων. Σημαντικές εξελίξεις έγιναν τη δεκαετία του 1930. Ο Muntzing άρχισε το 1935 στη Σουηδία ένα εντυπωσιακό πρόγραμμα, που άνοιξε νέους δρόμους στην κυτταρολογία, τη γενετική και τη βελτίωση των τριτικάλε. Το πρόγραμμα αυτό τρέχει ακόμη και σήμερα.
Αρχικά, τα τριτικάλε είχαν υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, που πλησίαζε το 20%. Τα τελευταία όμως χρόνια υπάρχει μια συνεχής πτώση και έτσι από 17,5% το 1968, έφθασε το 12,7% το 1972. Η πτώση αυτή έχει αρνητική συσχέτιση με τις αυξητικές τάσεις των αποδόσεων στο ίδιο χρονικό διάστημα, ενώ δείχνει να είναι αποτέλεσμα της συνεχούς βελτίωσης στο ανεπιθύμητο χαρακτηριστικό των συρρικνωμένων καρπών. Επομένως, η αναμενόμενη βελτίωση του βάρους των καρπών κατά τα προσεχή χρόνια, ίσως επιφέρει και μια παραπέρα μείωση της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνη, σε επίπεδα ίσως κατώτερα από εκείνα του σιταριού και της σίκαλης.
Τα τριτικάλε έχουν καλύτερη ανάπτυξη σε ψυχρό περιβάλλον και μεγάλα υψόμετρα (μέχρι και 2600m), όπου ανταγωνίζονται και συνήθως ξεπερνούν σε αποδόσεις το σιτάρι. Επίσης είναι αποδοτικότερα από το σιτάρι και σε χαμηλά υψόμετρα, με την προϋπόθεση ότι επικρατούν σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες. Υψηλές θερμοκρασίες κατά την πρώτη ανάπτυξη προκαλούν ανωμαλίες και τελική μείωση των αποδόσεων. Αντίθετα, υψηλοί ρυθμοί αύξησης έχουν παρατηρηθεί ακόμη και όταν οι θερμοκρασίες της νύκτας πλησιάζουν το μηδέν. Η αντοχή των τριτικάλε στο ψύχος είναι σημαντική και υστερεί λίγο συγκριτικά με τις ανθεκτικότερες ποικιλίες σίκαλης, αν και φαίνεται ότι στη Σοβιετική Ένωση ήδη υπάρχουν διαλογές με αντοχή ανάλογη της σίκαλης. Συγκριτικά με το σιτάρι, υστερούν σε αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες.
Στην αρχή ήταν φυτά μεγάλης ημέρας, που λάμβαναν μεγάλη ανάπτυξη και καθυστερούσαν την ωρίμανσή τους σε συνθήκες μικρής φωτοπεριόδου. Έχουν όμως αναπτυχθεί και ποικιλίες σχετικά αδιάφορες στη φωτοπερίοδο, οι οποίες εάν βρεθούν σε συνθήκες μεγάλης ημέρας, αδελφώνουν λίγο και παράγουν βραχείς στάχεις. Είναι επομένως σημαντική η γνώση των απαιτήσεων σε φωτοπερίοδο των διαφόρων διαλογών και ποικιλιών. Τα τριτικάλε μεγαλώνουν σε όλους τους τύπους εδαφών, αλλά είναι παραγωγικά και σε όξινα και αμμώδη εδάφη, όπου μπορούν να υποκαταστήσουν το σιτάρι και τη σίκαλη. Στα εδάφη αυτά οι αποδόσεις τους ξεπερνούν εκείνες του σιταριού, αλλά αυτό δε συμβαίνει σε εδάφη υψηλής γονιμότητας.




