Agravia

Αγροτικά ΝέαΔενδρώδεις ΚαλλιέργειεςΕλιά

Ελληνικό ελαιόλαδο – Πίεση σε τιμές και παραγωγή

Με αβεβαιότητα τελείωσε η ελαιοκομική περίοδος 2025-2026 στην Ελλάδα, καθώς η παραγωγή δεν ξεπέρασε τους 200.000 τόνους, ενώ οι τιμές παραγωγού παραμένουν αισθητά χαμηλότερες σε σχέση με πέρυσι.

Κύμανση τιμών

Οι τιμές για το φρέσκο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο διαμορφώνονται περίπου 30% χαμηλότερα από τα περσινά επίπεδα, με εύρος από 4,50 έως 5,40€ ανά κιλό σε βασικές παραγωγικές περιοχές, όπως τα Χανιά, η Λακωνία και η Μεσσηνία. Η εικόνα αυτή έχει οδηγήσει σε επιβράδυνση της αγοράς, καθώς αρκετοί παραγωγοί επιλέγουν να κρατήσουν τα αποθέματά τους, προσδοκώντας βελτίωση των χονδρικών τιμών τους επόμενους μήνες. Οι λίγες συναλλαγές που έχουν γίνει σε χύμα έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, κυμάνθηκαν περί τα 5€ ανά κιλό, κυρίως με προορισμό Ιταλούς τυποποιητές.

Στη Λακωνία, η φετινή παραγωγή ήταν χαμηλότερη έως και 40% σε σχέση με το μέσο όρο, λόγω της ευαισθησίας μερικών ποικιλιών στις απότομες μεταβολές του καιρού και των προσβολών από γλοιοσπόριο. Ανάλογη πίεση καταγράφουν κι άλλες περιοχές, με το υψηλό κόστος παραγωγής να περιορίζει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια των ελαιοπαραγωγών.
Στην Κρήτη, η παραγωγή υποχώρησε στους 45.000-50.000 τόνους, από περίπου 78.000 τόνους την περίοδο 2024-2025.
Στη Σητεία, οι τιμές παραγωγού για το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο είναι κοντά στα 4€ ανά κιλό, επίπεδο που λειτουργεί αποτρεπτικά για σημαντικό αριθμό συναλλαγών.
Στη Μεσσηνία, η παραγωγή εκτιμάται ότι περιορίστηκε περίπου στους 30.000 τόνους, σχεδόν στο μισό σε σχέση με προηγούμενες χρονιές υψηλής παραγωγής. Η πίεση από εχθρούς της καλλιέργειας, σε συνδυασμό με τη φυσιολογική εναλλαγή παραγωγικότητας των ελαιόδεντρων, επηρέασε τόσο τις ποσότητες όσο και την ποιότητα. Εκτιμάται ότι μόνο περίπου το ένα τρίτο των φετινών ελαιόλαδων της περιοχής μπαίνει στις κατηγορίες παρθένου ή έξτρα παρθένου.

Άλλοι παράγοντες που επηρέασαν τη συγκομιδή

Επιπλέον παράγοντες που επηρέασαν τη φετινή συγκομιδή, ήταν και οι εκτενείς βροχοπτώσεις από τον Οκτώβριο έως το Μάρτιο, οι οποίες δημιούργησαν διαφορετικές συνθήκες από την ξηρασία των προηγούμενων ετών. Η υψηλή υγρασία ευνόησε την ανάπτυξη προσβολών, με αποτέλεσμα πολλοί παραγωγοί να επισπεύσουν τη συγκομιδή. Σε μερικές περιπτώσεις, επηρεάστηκε και η ποιότητα, με χαμηλότερες επιδόσεις σε οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, όπως η πικράδα και το πικάντικο.
Πρόσθετη πίεση στις τιμές ασκεί και ο ανταγωνισμός από φθηνότερο εισαγόμενο ελαιόλαδο, κυρίως από την Τυνησία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να εισάγει ετησίως έως 56.700 τόνους τυνησιακού ελαιόλαδου χωρίς δασμούς, στο πλαίσιο της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-Τυνησίας. Στην ευρωπαϊκή αγορά έχουν υπάρξει ανησυχίες για τις εισαγόμενες ποσότητες και για ζητήματα ιχνηλασιμότητας, καθώς οι εισαγωγές αυτές επηρεάζουν τις ισορροπίες στις τιμές.
Διαρθρωτικό πρόβλημα για τον ελληνικό κλάδο, παραμένει και η μεγάλη εξάρτηση από τις πωλήσεις χύμα ελαιόλαδου. Περίπου το 70% των ελληνικών εξαγωγών πηγαίνει ως χύμα σε αγορές όπως η Ιταλία και η Ισπανία, με την απώλεια υπεραξίας, από τη μη επώνυμη διάθεση να εκτιμάται σε περίπου 200 εκατ. ευρώ ετησίως.

 

Παρά τις δυσκολίες της τρέχουσας περιόδου, η επόμενη συγκομιδή εμφανίζει θετικές προοπτικές σε μερικές περιοχές, εφόσον οι καιρικές συνθήκες παραμείνουν ευνοϊκές. Η εξέλιξη της ανθοφορίας στη Μεσσηνία είναι ικανοποιητική, ενώ η πορεία του καιρού τους επόμενους μήνες, θα είναι κρίσιμη για την καρπόδεση και την ανάπτυξη του ελαιόκαρπου.

Πηγές:
Agrocapital

Λέξεις-Κλειδιά:

2026Εγχώρια Αγορά ΕλαιολάδουΕλαιοκομίαΕλαιοκομική ΠερίοδοςΕλαιόλαδοΕλαιοπαραγωγώνΕλιάΕλιάςΕλληνικά ΠροϊόνταΕλληνική παραγωγήΠαραγωγή ΕλαιόλαδουΠαρθένου ΕλαιολάδουΤιμές του ΕλαιόλαδουΤιμή Ελαιόλαδου

Παρόμοια άρθρα