
Τον κώδωνα του κινδύνου για μια νέα, μεγάλη «εκτόξευση» της τιμής του ελαιόλαδου κρούουν οι αναλυτές της διεθνούς αγοράς, με τις προβλέψεις για την ελαιοκομική περίοδο 2025-2026 να είναι ιδιαίτερα δυσοίωνες.
Αν και η Ελλάδα αναμένει μια καλή παραγωγή, η εικόνα στην υπόλοιπη Μεσόγειο και κυρίως στην Ισπανία, είναι δραματική, δημιουργώντας τις συνθήκες για μια νέα κούρσα ανατιμήσεων που θα επηρεάσει τόσο την τσέπη των καταναλωτών όσο και το εισόδημα των παραγωγών.
Η αιτία δεν είναι μία, αλλά ένας συνδυασμός παραγόντων που έχουν οδηγήσει την παγκόσμια αγορά ελαιόλαδου στο πιο κρίσιμο σημείο των τελευταίων δεκαετιών.
Για άλλη μια χρονιά, η Ισπανία, η μεγαλύτερη ελαιοπαραγωγός χώρα του κόσμου, η οποία καθορίζει τις παγκόσμιες τιμές, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια καταστροφική σοδειά. Η παρατεταμένη ξηρασία και οι ακραίοι καύσωνες έχουν «γονατίσει» τους ισπανικούς ελαιώνες, αναμένοντας την παραγωγή και πάλι σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Καμία άλλη χώρα δεν μπορεί να καλύψει την τεράστια αυτή έλλειψη από την αγορά.
Οι διαδοχικές κακές χρονιές σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, είχαν ως αποτέλεσμα τα παγκόσμια αποθέματα ελαιόλαδου («στοκ») να φτάσουν σχεδόν σε εξάντληση. Δεν υπάρχει πλέον το «μαξιλάρι ασφαλείας» των αποθεμάτων για να καλύψει το φετινό έλλειμμα παραγωγής. Η αγορά θα ξεκινήσει τη νέα σεζόν με τις δεξαμενές σχεδόν άδειες, κάτι που αυτόματα ανεβάζει την πίεση στις τιμές.
Αν και η Ελλάδα φέτος αναμένει μια πολύ καλή παραγωγή, που εκτιμούμε ότι θα ξεπεράσει τους 300.000 τόνους, η ποσότητα αυτή δεν είναι ούτε κατά διάνοια αρκετή για να καλύψει την τεράστια «τρύπα» που αφήνει η Ισπανία. Αντιθέτως, η καλή ελληνική παραγωγή αναμένεται να γίνει ανάρπαστη.
Όλοι οι παραπάνω παράγοντες οδηγούν σε ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα: