
Η σημαντικότερη αμπελοκομική τεχνική θεωρείται το κλάδεμα του αμπελιού, το οποίο περιλαμβάνει το θερινό και το χειμερινό. Τα χειμερινά κλαδέματα περιλαμβάνουν το κλάδεμα διαμόρφωσης και το κλάδεμα καρποφορίας.
Τα κλαδέματα διαμόρφωσης τα πραγματοποιούμε κυρίως τα πρώτα χρόνια της ζωής του πρέμνου (αλλά και αργότερα), για τη διαμόρφωση ενός λειτουργικού και παραγωγικού σχήματος, ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας που επιθυμούμε. Αυτά που πραγματοποιούμε κάθε χρόνο και έχουν σκοπό τη ρύθμιση της παραγωγής, είναι τα κλαδέματα καρποφορίας. Πέραν των γνωστών αναφορικά με τα κλαδέματα, είτε καρποφορίας, είτε διαμόρφωσης, είτε και τα δυο, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να γνωρίζουμε τη δυναμικότητα της κάθε ποικιλίας και κυρίως το τι επιδιώκουμε από το κλήμα (επιτραπέζιο, οινοποιήσιμο απλά, διπλής ή και τριπλής χρήσης, κληματαριές κλπ).
Το κλάδεμα είναι μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο, γι’ αυτό συνήθως το χρόνο κλαδέματος τον αποφασίζει ο αμπελουργός, ανάλογα με τα εργατικά χέρια που διαθέτει και τον προγραμματισμό των εργασιών του. Όμως θα πρέπει να επισημάνουμε μερικές χρήσιμες διαπιστώσεις.
Κλαδεύουμε με προτίμηση ημέρες με ήπιο καιρό.
Όταν σε μια περιοχή ενδημούν βακτηριακές ασθένειες, συνιστάται κλάδεμα το χειμώνα (Ιανουάριο). Για την αποφυγή των μολυσμάτων της Ευτυπίωσης, θα πρέπει αν είναι δυνατόν, να πραγματοποιούμε το κλάδεμα αργά, προς τέλος Φεβρουαρίου-αρχές Μαρτίου, λίγο πριν την έναρξη της δακρύρροιας. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το όψιμο κλάδεμα καθυστερεί την εκβλάστηση.
Όταν το αμπέλι είναι νέο, δηλαδή τα πρώτα δύο ή τρία χρόνια, ο αμπελουργός θα πρέπει να αποφασίσει το πώς θα το διαμορφώσει. Δε θα πρέπει να βιαστούμε σε καμία περίπτωση στο σχήμα διαμόρφωσης, αφού τα τρία τουλάχιστον πρώτα χρόνια, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις «ανεβάσματος και ενδυνάμωσης» του κλήματος, μια πολύ βασική και απαραίτητη εργασία.
Το κλάδεμα καρποφορίας γίνεται κάθε χειμώνα, με σκοπό την ισορροπία μεταξύ των φυτικών και αναπαραγωγικών οργάνων του. Με αυτόν τον τρόπο επιχειρούμε να εξασφαλίσουμε για κάθε χρόνο μια καλή και ποιοτική παραγωγή, χωρίς να μειώνουμε τη ζωτικότητα του φυτού.
Το αμπέλι ακροβλαστεί και ακροκαρπεί. Αν αφήσουμε δύο κληματίδες μία με 20 μάτια και μία με δύο μάτια τότε, στην πρώτη θα πετάξει μόνο από τα τελευταία μάτια απ’ όπου και θα καρποφορήσει, ενώ στη δεύτερη θα πετάξει και θα καρποφορήσει στα δύο μάτια που αφήσαμε.
Πετάνε τα ψηλότερα μάτια. Αν μία κληματίδα με δέκα μάτια την καμπυλώσουμε, ώστε κάποια μάτια να είναι ψηλότερα από τα άλλα, τότε αυτά θα πετάξουν τους ζωηρότερους βλαστούς.
Το ποια μάτια είναι γόνιμα εξαρτάται από την ποικιλία. Άλλες ποικιλίες δέχονται αυστηρό κλάδεμα στα δύο μάτια, έχοντας τα γόνιμα, π.χ. κορινθιακή σταφίδα, σαββατιανό, ενώ άλλες, όπως η σουλτανίνα, δεν έχει γόνιμα τα τρία πρώτα μάτια.
Ο χρωματισμός της ώριμης βέργας και η διαμόρφωση των ματιών, δίνουν πληροφορίες άμεσα για τη φυτοϋγειονομική κατάσταση του κλήματος και του τι πρέπει να κάνουμε. Κλαδεύουμε βέργες «ημιώριμες», «πράσινες», «αναιμικές», υποτονικής έκπτυξης, με έκδηλα συμπτώματα μυκητολογικών προσβολών (ωΐδιο, περονόσπορος που «πέρασαν» και στη βέργα, ασθένειες ξύλου κ.ά.). Επίσης, απολυμαίνουμε τα εργαλεία οπωσδήποτε μετά την εργασία.
Η θερινή περίοδος, ειδικά μετά από έντονες θερμοκρασιακές αναστροφές, απαιτεί να επισκεφθούμε στο αμπέλι και να ελέγξουμε έκδηλα χαρακτηριστικά ασθενειών ή συμπτωμάτων από τροφοπενίες, μυκητολογικές ασθένειες, ασθένειες ξύλου κλπ. Ειδική προσοχή απαιτεί και ο έλεγχος της ίσκας, της ευτυπίωσης και της φόμωψης.
Σημαδεύουμε τα προσβεβλημένα και «ύποπτα» κλήματα, π.χ. με κόκκινη μπογιά ή σπρέι και τα παρακολουθούμε μέχρι το τέλος, έτσι ώστε να κάνουμε τους κατάλληλους χειρισμούς στο κλάδεμα.
Επίσης τα τελευταία χρόνια, οι πάγοι της άνοιξης και οι καύσωνες, δημιουργούν όλο και πιο έντονα προβλήματα, γι’ αυτό πριν και κατά το κλάδεμα, πρέπει να εντοπίσουμε τα τυχόν «καμένα μάτια» και να κλαδέψουμε αναλόγως.
Το κλάδεμα καρποφορίας, ανάλογα με το μήκος των παραγωγικών μονάδων (κεφαλές, αμολυτές), διακρίνεται σε βραχύ, μακρό και μικτό.
Βραχύ κλάδεμα
Στο κλάδεμα αυτό διατηρούμε κεφαλές μέχρι 3 οφθαλμών. Ο αριθμός των κεφαλών που αφήνουμε, εξαρτάται από την ισχύ και την ηλικία του πρέμνου και τις οικολογικές συνθήκες.
Μακρό κλάδεμα
Σ’ αυτό αφήνουμε αμολυτές των 5 έως 7 ή και περισσοτέρων οφθαλμών.
Μικτό κλάδεμα
Σ’ αυτό αφήνουμε κεφαλές μέχρι 3 οφθαλμών και αμολυτές με περισσότερους των 4 οφθαλμών.
Πηγές: