
TO USDA προβλέπει μικρότερη παγκόσμια παραγωγή το 2026, περιορισμούς στους μεγάλους εξαγωγείς και μια αγορά όπου η ποιότητα, τα αποθέματα και ο χρόνος πώλησης, θα μετρήσουν περισσότερο από τον απλό όγκο. Η διεθνής αγορά σιταριού μπαίνει στη νέα εμπορική περίοδο, με λιγότερη άνεση και περισσότερη προσοχή. Σύμφωνα με τη νέα του έκθεση, το USDA προβλέπει την παγκόσμια παραγωγή σιταριού για το 2026-2027 στους 819,1 εκατ. τόνους, χαμηλότερη κατά 24,8 εκατ. τόνους από τη σοδειά-ρεκόρ της προηγούμενης χρονιάς. Η μείωση αυτή δεν σημαίνει αυτόματα άνοδο τιμών, δείχνει όμως ότι η αγορά περνά από τη φάση της αφθονίας σε μια στενότερη και επιλεκτικότερη ισορροπία.
Το πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν είναι η περιφέρεια της αγοράς που εντοπίζει τις περικοπές, αλλά οι μεγάλοι εξαγωγείς. Οι ΗΠΑ προβλέπεται να χάσουν 11,5 εκατ. τόνους, η Ευρωπαϊκή Ένωση 9,1 εκατ. τόνους, η Αργεντινή 6,9 εκατ. τόνους, η Αυστραλία 6 εκατ. τόνους, ο Καναδάς 5 εκατ. τόνους, ενώ τη χαμηλότερη παραγωγή την αναμένουν η Ρωσία και το Καζακστάν. Αυτό σημαίνει ότι η διεθνής προσφορά γίνεται πιο ευαίσθητη σε κάθε νέο γεγονός, από τον καιρό μέχρι τα ναύλα και τις γεωπολιτικές εντάσεις. Παρά τη μικρότερη παραγωγή, η Ρωσία παραμένει ο μεγάλος ρυθμιστής του εμπορίου. Οι εξαγωγές της προβλέπονται στους 47 εκατ. τόνους, καθώς τα αποθέματα της προηγούμενης χρονιάς καλύπτουν μέρος της απώλειας στην παραγωγή. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένει επίσης να εξαγάγει ελαφρώς περισσότερα, στους 31 εκατ. τόνους, χάρη στα διαθέσιμα αποθέματα. Αντίθετα, οι ΗΠΑ, η Αργεντινή, ο Καναδάς και το Καζακστάν δείχνουν μικρότερη εξαγωγική δυνατότητα.
Για τους Έλληνες παραγωγούς, το μήνυμα είναι σαφές: Η φετινή αγορά δεν θα πληρώσει μόνο τον τόνο, αλλά και την ποιότητα. Πρωτεΐνη, υαλώδη, υγρασία, καθαρότητα, σωστή αποθήκευση και χρόνος πώλησης αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Η αγορά δεν αντιμετωπίζει πλέον το σιτάρι ως ενιαίο προϊόν, αλλά ξεχωρίζει το σιτάρι άλεσης από το σιτάρι ζωοτροφικής χρήσης, το ποιοτικό προϊόν από τον απλό όγκο, την ασφαλή παράδοση από την αβέβαιη προσφορά.
Την ίδια ώρα, η ζήτηση δεν είναι ενιαία. Το USDA προβλέπει μείωση της κατανάλωσης ζωοτροφών και υπολειμματική χρήση σε Κίνα, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ρωσία και Καζακστάν, ενώ η χρήση για τρόφιμα, σπόρους και βιομηχανική κατανάλωση έχει αύξηση κυρίως στην Ινδία. Αυτό δείχνει ότι η αγορά παίρνει έναν τεχνικότερο χαρακτήρα. Πέρα από τη διαθεσιμότητα του σιταριού, σημασία έχει το είδος του είναι και οι χρήσεις που μπορεί να εξυπηρετήσει.
Για εμπόρους, μύλους και επιχειρήσεις ζωοτροφών, η νέα χρονιά απαιτεί καλύτερη διαχείριση ρίσκου. Τα τελικά αποθέματα προβλέπουν μείωση, όχι σε βαθμό έλλειψης, αλλά αρκετά ώστε να περιορίζουν το περιθώριο ασφάλειας. Σε τέτοιες συνθήκες, το κόστος μεταφοράς, η προέλευση, η διαθεσιμότητα φορτίων και ο χρόνος των αγορών, καθορίζουν την τελική τιμή. Η εικόνα επομένως δεν είναι αγορά πανικού, αλλά πειθαρχίας. Η καλή ποιότητα των προϊόντων και η τεχνογνωσία εξασφαλίζουν καλύτερες πιθανότητες, ενώ η βιαστική πώληση, χωρίς ανάλυση ποιότητας ή εικόνα της διεθνούς αγοράς, κινδυνεύει να μειώσει την αξία, σε μια χρονιά απαιτητικότερη της περσινής.




