
Η διεθνής αγορά γάλακτος δείχνει σημάδια σταθεροποίησης, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία που δημοσίευσε ο FAO στις αρχές του Νοεμβρίου. Η παραγωγή κινείται ανοδικά, οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και το εμπόριο μοιάζει περιορισμένο, λόγω του υψηλού κόστους για τους αγοραστές. Παρότι η συνολική εικόνα παρουσιάζει μια ήπια ανάκαμψη, οι εξελίξεις διαφέρουν αισθητά από περιοχή σε περιοχή, σκιαγραφώντας μια χρονιά με ευκαιρίες, αλλά και προκλήσεις για τον κτηνοτροφικό τομέα.
Η παγκόσμια παραγωγή γάλακτος αναμένει αύξηση 1,4% το 2025, από 1,1% το 2024, σηματοδοτώντας μια μέτρια επαναφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτήν την άνοδο την οφείλει κυρίως στην Ασία, όπου υπάρχει συνεχής επέκταση της παραγωγής, αν και με πιο αργό ρυθμό. Σε χώρες όπως το Μπανγκλαντές, η Ινδία και το Πακιστάν, η αύξηση αποδίδεται στη διεύρυνση του ζωικού κεφαλαίου και τις σταδιακές βελτιώσεις παραγωγικότητας.
Η Κίνα, όπου η παραγωγή είχε πέσει κατά 2,8% το 2024 λόγω χαμηλών τιμών παραγωγού, που οδήγησαν μικρότερους κτηνοτρόφους εκτός αγοράς, αναμένει σταδιακή σταθεροποίηση, καθώς η συγκέντρωση παραγωγής σε μεγαλύτερες μονάδες περιορίζει τον αντίκτυπο μειώσεων στο ζωικό κεφάλαιο.
Ταχύτερη ανάπτυξη αναμένει επίσης η Κεντρική και η Νότια Αμερική, συμβάλλοντας στην ενίσχυση της συνολικής παγκόσμιας παραγωγής. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εκτιμά οριακή αύξηση της παραγωγής, με έντονες διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη και σαφώς πιο περιορισμένη δυναμική σε σχέση με προηγούμενες χρονιές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η σταθεροποίηση του κόστους ζωοτροφών και η εξομάλυνση των διαταραχών που προκάλεσε η γρίπη των πτηνών (HPAI) στηρίζουν υψηλότερες ποσότητες παραγόμενου γάλακτος. Αντίστοιχα, στη Νέα Ζηλανδία, οι υψηλές τιμές παραγωγού και οι ευνοϊκές συνθήκες, έχουν ενισχύσει περαιτέρω την ανοδική πορεία της παραγωγής.
Παρά την άνοδο της παραγωγής, το διεθνές εμπόριο γαλακτοκομικών – σε όρους «ισοδύναμου γάλακτος» – αναμένει μείωση κατά 1,3%, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του FAO. Η υποχώρηση αυτή έχει να κάνει κυρίως με τις σταθερά υψηλές διεθνείς τιμές, οι οποίες περιορίζουν την αγοραστική δύναμη και πιέζουν τη ζήτηση στις εισαγωγικές αγορές.
Την εικόνα επιβαρύνουν η υποτίμηση νομισμάτων σε πολλές αναδυόμενες οικονομίες, αλλά και η ενισχυμένη εγχώρια παραγωγή σε βασικούς εισαγωγείς (όπως η Αλγερία, η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία) που περιορίζει περαιτέρω την ανάγκη για εισαγωγές. Στο ίδιο πλαίσιο, οι συνεχιζόμενες αβεβαιότητες στο διεθνές εμπορικό περιβάλλον, λειτουργούν αποτρεπτικά για τη ροή των προϊόντων.
Η Κίνα αποτελεί τη μοναδική μεγάλη εξαίρεση, καθώς προβλέπει να αυξήσει οριακά τις εισαγωγές της. Η άνοδος αυτή δεν έχει σχέση με ενίσχυση ζήτησης, αλλά με αναπλήρωση αποθεμάτων και με την υψηλή χρήση γαλακτοκομικών σε ζωοτροφές και διατροφικές εφαρμογές, παράγοντες που οδηγούν σε μια περιορισμένη αλλά εμφανή ανάκαμψη των εισαγωγών της.
Οι διεθνείς τιμές γαλακτοκομικών παραμένουν ισχυρές, παρά τις πρόσφατες διορθώσεις. Ο Δείκτης Τιμών Γαλακτοκομικών του FAO έφτασε τους 142,2 πόντους το Νοέμβριο, καταγράφοντας μείωση 7% σε σχέση με το Μάιο, αλλά παραμένοντας 17% υψηλότερος από το μέσο όρο της περιόδου Ιανουαρίου–Οκτωβρίου 2024.
Ανοδική πορεία σημειώνουν όλα τα βασικά προϊόντα. Τυριά και πλήρες γάλα σε σκόνη εμφανίζουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις, λόγω της σταθερής ζήτησης σε αγορές της Ασίας και της Εγγύς Ανατολής. Το άπαχο γάλα σε σκόνη παρουσιάζει οριακή άνοδο, καθώς οι ποσότητες προς εξαγωγή παραμένουν άφθονες και οι αγοραστές κινούνται συγκρατημένα μετά τη συσσώρευση αποθεμάτων.
Στο βούτυρο, μετά τα ιστορικά υψηλά του Ιουνίου, οι τιμές υποχώρησαν κατά το δεύτερο μισό της χρονιάς, καθώς ενισχύθηκαν οι προοπτικές παραγωγής και αυξήθηκε ο ανταγωνισμός μεταξύ των εξαγωγέων.
Παράλληλα, ο μέσος δείκτης τιμών για την περίοδο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου 2025 ανήλθε στους 150 πόντους, έναντι 130 το 2024, καταγράφοντας αύξηση 17,3%.
Η εικόνα της παγκόσμιας αγοράς γάλακτος είναι αυτή μιας σταδιακής σταθεροποίησης:
Η παραγωγή ενισχύεται σε βασικές περιοχές, οι τιμές παραμένουν υψηλές και το εμπόριο πιέζεται από το κόστος και τη μειωμένη ζήτηση. Οι διαφοροποιήσεις ανά περιοχή είναι έντονες, όμως τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν έναν τομέα που οδεύει σε πορεία ανάκαμψης.
Για τους κτηνοτρόφους, η περίοδος αυτή διαμορφώνει μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία, οι ισχυρές τιμές λειτουργούν ως ανάσα. Από την άλλη, το υψηλό κόστος και η υποχώρηση των διεθνών ροών, δημιουργούν ένα περιβάλλον που απαιτεί προσεκτικό προγραμματισμό και αντοχές σε μια αγορά που παραμένει απαιτητική.




