
Ιταλοί ερευνητές του Συμβουλίου για την Αγροτική Έρευνα και Οικονομία (CREA), ανακοίνωσαν τον εντοπισμό περίπου 30 γονότυπων ελιάς που παρουσιάζουν χαμηλότερη παρουσία του βακτηρίου Xylella fastidiosa. Τα ευρήματα βγήκαν από πολυετείς δοκιμές στο πεδίο, στην περιοχή του Σαλέντο της Απουλίας και σηματοδοτούν μια κρίσιμη καμπή στην προσπάθεια ανασύστασης του ελαιοκομικού κεφαλαίου της νότιας Ιταλίας. Για τους Ευρωπαίους και Έλληνες ελαιοπαραγωγούς, η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η στρατηγική αντιμετώπισης του παθογόνου περνά σταδιακά από την αποκλειστική διαχείριση της έκτακτης ανάγκης και τις μαζικές εκριζώσεις, στη μακροπρόθεσμη αναγέννηση των καλλιεργειών. Αν και η εμπορική αξιοποίηση των νέων ποικιλιών απέχει ακόμη 5 έως 8 χρόνια, η ύπαρξη γενετικού υλικού που αντέχει στην πίεση του βακτηρίου, ανοίγει τον δρόμο για μελλοντικές αναφυτεύσεις με ασφάλεια. Η επιστημονική κοινότητα πλέον αναζητά βιώσιμες λύσεις συμβίωσης με το παθογόνο, αφήνοντας πίσω τη λογική της απόλυτης εξάλειψης, η οποία αποδείχθηκε ανέφικτη μετά την απώλεια 21 εκατομμυρίων ελαιόδεντρων στην Απουλία.
Η νέα προσέγγιση εστιάζει στο έργο Genforagris, το οποίο συντονίζει το CREA. Οι ερευνητές δε μένουν μόνο στα εργαστήρια, αλλά αξιολογούν τους υποψήφιους γονότυπους απευθείας στη μολυσμένη ζώνη του Σαλέντο.
«Το γενετικό υλικό που χρησιμοποιείται στο πρόγραμμα αποτελείται από κλωνοποιημένα δενδρύλλια που προέρχονται από διάφορες διαποικιλιακές διασταυρώσεις», δήλωσε η Σαμάντα Ζελάσκο, συντονίστρια του προγράμματος στο CREA. «Για πάνω από 9 χρόνια, αυτά τα φυτά αναπτύσσονται σε έναν πειραματικό ελαιώνα στην καρδιά της περιοχής που έχει προσβληθεί από το Xylella fastidiosa, όπου έχουν εκτεθεί σε υψηλή πίεση μόλυνσης».
Από τους 30 γονότυπους που ταυτοποιήθηκαν με χαμηλότερη παρουσία βακτηρίων, οι 9 δεν παρουσίασαν κανένα ανιχνεύσιμο βακτηριακό φορτίο. Ωστόσο, η Ζελάσκο είναι κατηγορηματική ως προς την ερμηνεία αυτού του στοιχείου, αποφεύγοντας τους πρόωρους πανηγυρισμούς.
«Σκόπιμα δεν έδωσα έμφαση στους 9 γονότυπους χωρίς ανιχνεύσιμο βακτηριακό φορτίο», εξήγησε. «Μπορεί απλώς να μην έχουν μολυνθεί ακόμα, ή η συγκέντρωση των βακτηρίων να βρίσκεται ακόμα κάτω από το όριο ανίχνευσης. Κατά τη διάρκεια 3 ετών παρακολούθησης, έχουμε δει γονότυπους που αρχικά ήταν εντελώς αρνητικοί να γίνονται αργότερα θετικοί».
Η πραγματική αξία της έρευνας έγκειται στη σταθερότητα. Οι επιστήμονες εστιάζουν στα δέντρα που διατηρούν χαμηλούς βακτηριακούς πληθυσμούς σε βάθος χρόνου.
«Οι γονότυποι με πολύ χαμηλό βακτηριακό φορτίο έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά σταθεροί καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης. Αυτοί είναι εκείνοι που θεωρούμε ιδιαίτερα ελπιδοφόρους», σημείωσε η Ζελάσκο.
Παράλληλα, οι ερευνητές εξετάζουν τη συνολική αγρονομική συμπεριφορά των φυτών. Η αντοχή στην Xylella δεν αρκεί αν το δέντρο δεν είναι παραγωγικό ή αν είναι ευάλωτο σε άλλες ασθένειες.
«Μεταξύ των γονότυπων υπό επιλογή, ορισμένοι έχουν δείξει εξαιρετική προσαρμοστικότητα και καλή αντοχή σε περιβαλλοντικές πιέσεις και/ή παθογόνα, όπως η κηλίδα του παγωνιού, η κερκοσπορίωση και ο κόμπος της ελιάς, καθώς και στη μύγα του καρπού της ελιάς», ανέφερε η συντονίστρια του έργου, προσθέτοντας ότι υπάρχει συστηματική αξιολόγηση της ποιότητας του παραγόμενου ελαιόλαδου.
Η διαχείριση του εδάφους αποτελεί το δεύτερο πυλώνα του Genforagris. Οι ερευνητές δοκιμάζουν την επιστροφή των υποπροϊόντων της ελαιοκομίας στο έδαφος μέσω κομποστοποίησης εντός των εκμεταλλεύσεων. Η πρακτική αυτή, αν και γνωστή για τα οφέλη της στην αύξηση της οργανικής ύλης, παραμένει υποχρησιμοποιούμενη στο Σαλέντο. Η επόμενη φάση περιλαμβάνει τον πολλαπλασιασμό των πιο ελπιδοφόρων γονότυπων και τη δημιουργία νέων οπωρώνων αξιολόγησης, όπως στο γεωργικό πρόγραμμα του Γυμνασίου Presta-Columella στο Λέτσε.
«Μετά τη δημιουργία νέων πειραματικών αγρών σε διαφορετικές περιοχές, θα χρειαστούν άλλα 5 έως 8 χρόνια για να εξαχθούν αξιόπιστα συμπεράσματα σχετικά με την απόδοση των νέων γονότυπων», ξεκαθάρισε η Ζελάσκο.
Η επιστημονική κινητοποίηση δεν σταματά εδώ. Σε αντίθεση με την έρευνα για την έγκαιρη διάγνωση μέσω σκύλων-ανιχνευτών και αισθητήρων, η οποία στοχεύει στον εντοπισμό, τα νέα προγράμματα αναζητούν θεραπεία και ανθεκτικότητα. Το έργο Novixgen έχει ήδη εντοπίσει πάνω από 200 πολλά υποσχόμενους γονότυπους, το Omibreed μελετά τους μοριακούς μηχανισμούς ανθεκτικότητας, ενώ το ANCoSIX δοκιμάζει αντιμικροβιακά πεπτίδια και νανοτεχνολογία.
«Δεν υπάρχουν συντομότεροι δρόμοι ή θαυματουργές λύσεις κατά της Xylella. Η απάντηση βρίσκεται σε μια διεπιστημονική προσέγγιση που συνδυάζει την έρευνα, την καινοτομία και την επιστημονική εμπειρογνωμοσύνη», υπογράμμισε ο πρόεδρος του CREA, Andrea Rocchi.
Η μάχη απέναντι στο βακτήριο περνά πλέον οριστικά από τη θεωρία στο έδαφος, αποδεικνύοντας ότι η γενετική βελτίωση αποτελεί το πιο ρεαλιστικό εργαλείο για το μέλλον της μεσογειακής ελαιοκομίας.
«Υπάρχουν ακόμη πολλά να ανακαλύψουμε σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ του φυτού και του παθογόνου. Το πεδίο που μελετάμε αποτελεί ένα εξαιρετικό υπαίθριο εργαστήριο», κατέληξε η Ζελάσκο.




