Το ακτινίδιο δεν ανήκει στις ιστορικά «βαριές» καλλιέργειες της ελληνικής γεωργίας. Κι όμως, μέσα σε λίγες δεκαετίες κατάφερε να αποκτήσει σαφή ρόλο, σταθερή παρουσία και έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό. Τα επίσημα στοιχεία του FAOSTAT για τη χώρα μας, επιτρέπουν την αποτύπωση αυτής της πορείας με χρονική συνέχεια, δείχνοντας πώς μια καλλιέργεια που ξεκίνησε διστακτικά, εξελίχθηκε σταδιακά σε έναν από τους πιο δυναμικούς κλάδους της φυτικής παραγωγής.
Οι πρώτες συστηματικές καταγραφές στις αρχές της δεκαετίας του 1980 δείχνουν μια καλλιέργεια σε εμβρυϊκό στάδιο, με μόλις 148 εκτάρια το 1980. Στη διάρκεια της ίδιας δεκαετίας, το ακτινίδιο αρχίζει να αποκτά σταδιακά χώρο, καθώς μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι εκτάσεις πολλαπλασιάζονται και ξεπερνούν τα 500 εκτάρια. Η δεκαετία του 1990 σηματοδοτεί μια πιο καθαρή στροφή, με τις καλλιεργούμενες εκτάσεις να υπερβαίνουν τα 1.000 εκτάρια στις αρχές της και να φτάνουν τα 2.500–3.000 εκτάρια στα τέλη της. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η καλλιέργεια παγιώνεται πλέον σε μεγαλύτερη κλίμακα, γύρω στα 3.500 εκτάρια, χωρίς όμως να χάνει τον ανοδικό της χαρακτήρα. Μετά το 2010, η επέκταση συνεχίζει με πιο σταθερό και οργανωμένο ρυθμό, καθώς οι εκτάσεις αυξάνονται σχεδόν χρόνο με τον χρόνο. Το 2015 υπάρχουν περίπου 9.000 εκτάρια και στη συνέχεια η ανοδική πορεία παραμένει, ώστε το 2024 να φτάνουν τα 14.700 εκτάρια, χωρίς να μεσολαβήσει περίοδος ουσιαστικής υποχώρησης.
Η εξέλιξη της παραγωγής ακολουθεί την αύξηση των εκτάσεων, αλλά με μεγαλύτερη ένταση και πιο έντονη δυναμική. Το 1980 η συνολική παραγωγή είναι σχεδόν μηδενική, μόλις 42 τόνοι, αντανακλώντας τα πρώτα στάδια εγκατάστασης των φυτειών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της επόμενης, η παραγωγή αρχίζει να ανεβαίνει αισθητά και ξεπερνά τους 10.000 τόνους. Κατά τη δεκαετία του 1990 η άνοδος επιταχύνει, καθώς γύρω στο 2000 η παραγωγή προσεγγίζει τους 60.000 τόνους, δείχνοντας ότι το ακτινίδιο περνά πλέον σε φάση παραγωγικής ωρίμανσης. Την περίοδο 2000–2010, η παραγωγή συνεχίζει να έχει σταθερή αύξηση, ξεπερνώντας τους 120.000 τόνους στα μέσα της δεκαετίας και φτάνοντας πάνω από 180.000 τόνους το 2010. Στα χρόνια που ακολουθούν, η άνοδος δεν είναι στιγμιαία αλλά σταδιακή, με την παραγωγή να ενισχύεται σχεδόν κάθε χρόνο. Στα μέσα της δεκαετίας του 2010 περνά το όριο των 200.000 τόνων, πλησιάζει τους 300.000 προς το τέλος της δεκαετίας και το 2024 φτάνει τους 342.330 τόνους, αποτυπώνοντας μια μακροχρόνια και συνεπή ανοδική πορεία.
Οι αποδόσεις ανά εκτάριο συμπληρώνουν την εικόνα μιας καλλιέργειας με σταδιακή εξέλιξη, που αποκτά σταθερά χαρακτηριστικά. Στα πρώτα χρόνια, οι αποδόσεις εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις, κάτι αναμενόμενο για νεοσύστατες φυτείες. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όμως, αρχίζουν να σταθεροποιούνται και να κινούνται συχνά πάνω από τους 15 τόνους ανά εκτάριο. Γύρω στο 2000, η μέση απόδοση ξεπερνά τους 17 τόνους, ενώ την περίοδο 2005–2010 ακολουθεί ανοδική πορεία, αντανακλώντας τη βελτίωση της καλλιεργητικής πρακτικής και τη σταδιακή ωρίμανση των φυτειών. Στη δεκαετία 2010–2020, οι αποδόσεις διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, συχνά πάνω από τους 25 τόνους ανά εκτάριο, με μικρές ετήσιες διακυμάνσεις. Το 2024, η μέση απόδοση καταγράφεται στους 23,3 τόνους ανά εκτάριο, επίπεδο που παραμένει υψηλό και δείχνει ότι η επέκταση των εκτάσεων περιλάμβανε διατήρηση της παραγωγικότητας.
Η εικόνα του ακτινιδίου στην Ελλάδα, όπως προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία, είναι εκείνη μιας καλλιέργειας που αναπτύχθηκε με συνέχεια, χωρίς απότομες εξάρσεις ή καταρρεύσεις. Από ελάχιστες εκτάσεις και σχεδόν μηδενική παραγωγή στις αρχές της δεκαετίας του 1980, εξελίχθηκε σε έναν κλάδο με δεκάδες χιλιάδες εκτάρια και παραγωγή εκατοντάδων χιλιάδων τόνων σε ετήσια βάση. Η σταθερότητα αυτής της πορείας, ιδιαίτερα στα πιο πρόσφατα χρόνια, είναι το στοιχείο που δίνει στο ακτινίδιο ξεχωριστή βαρύτητα στον χάρτη της ελληνικής φυτικής παραγωγής.