Πώς αναγνωρίζουμε τις ασθένειες ξύλου και γιατί πρέπει να πραγματοποιούμε όψιμο κλάδεμα.
Ο κίνδυνος των ασθενειών του ξύλου
Οι ασθένειες του ξύλου, κυρίως η ίσκα και η ευτυπίωση, αποτελούν μια από τις σοβαρότερες απειλές για τους αμπελώνες, ειδικά στην Κρήτη. Η δράση τους είναι ύπουλη και μακροχρόνια: προσβάλλουν τα αγγεία του ξύλου προκαλώντας νέκρωση και διακόπτοντας τη ροή του νερού και των θρεπτικών στοιχείων. Το αποτέλεσμα: σταδιακή ξήρανση βραχιόνων ή και ολόκληρων πρέμνων, μείωση της παραγωγής και πρόωρη γήρανση του αμπελώνα.
Ίσκα και Ευτυπίωση
Οι ασθένειες του ξύλου (ίσκα, ευτυπίωση) ανήκουν στα σοβαρά προβλήματα φυτοπροστασίας του κρητικού αμπελώνα. Η εξέλιξή τους είναι μακροχρόνια και προσβάλλουν τα αγγεία του ξύλου, προκαλώντας νέκρωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της φυσιολογικής ροής του νερού και των θρεπτικών στοιχείων μέσα στο φυτό, ξηραίνοντας έτσι τμήματα του πρέμνου ή ακόμη και ολόκληρα πρέμνα, με την πάροδο του χρόνου (σταδιακά ή και απότομα). Η παραγωγή πέφτει συνεχώς, όπως και η παραγωγική διάρκεια ζωής του αμπελώνα. Κατά την περίοδο του κλαδέματος, στις τομές των βραχιόνων ή του κορμού, παρατηρούμε μη φυσιολογικούς μεταχρωματισμούς του ξύλου, οι οποίοι αποτελούν χαρακτηριστικό σύμπτωμα των ασθενειών του ξύλου.
Αντιμετώπιση:
Δεν υπάρχουν θεραπευτικά μέτρα για τις ασθένειες του ξύλου. Αντιμετωπίζουμε τις ασθένειες κυρίως με προληπτικά και καλλιεργητικά μέτρα, τα οποία πρέπει να εφαρμόζουμε συστηματικά, τόσο στις μητρικές φυτείες και τα φυτώρια, όσο και τους παραγωγικούς αμπελώνες. Τα μέτρα είναι πιο αποτελεσματικά όταν τα εφαρμόζουν όλοι οι αμπελουργοί της περιοχής.
Προληπτικά και καλλιεργητικά μέτρα:
Στοχεύουν στη μείωση των μολυσμάτων και στην προληπτική προστασία των τομών του κλαδέματος, από τους μύκητες που προκαλούν ασθένειες του ξύλου.
Χρήση υγιούς πολλαπλασιαστικού υλικού. Το πολλαπλασιαστικό υλικό πρέπει να είναι πιστοποιημένο και ελεύθερο από παθογόνα, καθώς η μόλυνση μπορεί να φωλιάσει από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης του φυτού.
Διπλό κλάδεμα (το 1ο μέσα στο χειμώνα και το 2ο αρχές της άνοιξης). Κατά το προκλάδεμα του χειμώνα αφαιρούμε μέρος των κληματίδων, χωρίς να κάνουμε την τελική τομή, ενώ ταυτόχρονα λύνουμε και απομακρύνουμε τα αφαιρούμενα τμήματα από τα σύρματα. Το δεύτερο και τελικό κλάδεμα, που ακολουθεί στα τέλη του χειμώνα ή αρχές της άνοιξης, είναι ευκολότερο και ταχύτερο. Το διπλό κλάδεμα συνιστάται σε αμπελώνες όπου εφαρμόζουμε το βραχύ κλάδεμα και ιδιαίτερα στις εκμεταλλεύσεις μεγάλης έκτασης.
Όψιμο κλάδεμα και με ξερό καιρό (τέλος χειμώνα – αρχές άνοιξης). Αποτελεί ένα από τα αποτελεσματικότερα προληπτικά μέτρα. Το τελικό κλάδεμα, είτε μονό είτε διπλό, είναι προτιμότερο να το πραγματοποιούμε αργά, από τα τέλη του χειμώνα.
Την περίοδο αυτή:
Η επούλωση των τομών είναι ταχύτερη λόγω υψηλότερων θερμοκρασιών.
Τα αερομεταφερόμενα μολύσματα σταδιακά μειώνονται.
Οι πιθανότητες μόλυνσης είναι μικρότερες λόγω μείωσης των βροχοπτώσεων και της σχετικής υγρασίας.
Η δακρύρροια εμποδίζει την εγκατάσταση των μυκήτων στις τομές.
Δημιουργία «τακουνιού» κατά το κλάδεμα. Η φυσιολογική αντίδραση του αμπελιού μετά από κλαδοτομή, είναι ο σχηματισμός κώνου ξήρανσης. Ανάλογα με το μέγεθος και το σημείο της τομής, ο κώνος αυτός μπορεί να καταστρέψει τα αγγεία μεταφοράς νερού και θρεπτικών στοιχείων και να συμβάλει στην εμφάνιση της ίσκας. Για το λόγο αυτό, αποφεύγουμε τις σύρριζες τομές.
Αντίθετα, πρέπει να αφήνουμε «τακούνι», το οποίο αφαιρούμε τον επόμενο χειμώνα. Το μήκος του «τακουνιού» πρέπει να είναι περίπου μιάμιση φορά μεγαλύτερο από τη διάμετρο της τομής (στις κληματίδες αντιστοιχεί σε 2 με 3 εκατοστά).
Προστασία των κλαδοτομών. Οι μολύνσεις ευδοκιμούν σε πρόσφατες και μεγάλες τομές. Πρέπει να προστατεύουμε τις τομές προληπτικά και το συντομότερο δυνατό (ιδανικά άμεσα ή εντός μερικών ωρών). Τα προσβεβλημένα ή ύποπτα πρέμνα, τα κλαδεύουμε τελευταία και απολυμαίνουμε τακτικά τα εργαλεία, για αποφυγή της μετάδοσης.
Η σήμανση των ύποπτων πρέμνων γίνεται με ταινίες ή σπρέι βαφής:
Την άνοιξη για την ευτυπίωση.
Το καλοκαίρι για την ίσκα.
Τα μολυσμένα υπολείμματα αποτελούν πηγή μολύσματος και πρέπει να τα απομακρύνουμε από τον αμπελώνα και να τα καταστρέφουμε.
Ανασύσταση – εξυγίανση πρέμνων. Εφαρμόζουμε το μέτρο όταν η ασθένεια δεν έχει προχωρήσει και στον κορμό. Το μέτρο περιλαμβάνει την αφαίρεση και απομάκρυνση των προσβεβλημένων βραχιόνων, μαζί με 10–20 εκ. υγιούς ξύλου. Όταν η προσβολή έχει φτάσει στον κορμό, συνιστάται η εκρίζωση και καταστροφή ολόκληρου του πρέμνου.
Φόμοψη
Συμπτώματα κατά το κλάδεμα
Οι προσβεβλημένες κληματίδες παρουσιάζουν γκριζόλευκη όψη και συχνά εμφανίζουν σχισίματα, κυρίως προς τη βάση τους. Πάνω στην επιφάνειά τους έχουν πολλά μικρά μαύρα στίγματα (πυκνίδια). Με τις ανοιξιάτικες βροχοπτώσεις, τα πυκνίδια ελευθερώνουν σπόρια, τα οποία τα μεταφέρουν μηχανικά οι σταγόνες της βροχής σε κοντινές αποστάσεις, και μπορούν να μολύνουν τους νεοεκπτυσσόμενους βλαστούς. Οι βλαστοί αυτοί, στη συνέχεια και μέχρι το χειμώνα, εξελίσσονται σε γκριζόλευκες, ξερές και συχνά κούφιες κληματίδες, αποτελώντας νέα εστία μόλυνσης.
Αντιμετώπιση
Μπορούμε να ελέγξουμε ικανοποιητικά την ασθένεια, με συνδυασμό καλλιεργητικών μέτρων κατά το κλάδεμα και ενός ή δύο προληπτικών ψεκασμών την άνοιξη, κατά την έκπτυξη της βλάστησης. Την παρούσα περίοδο συνιστάται η εφαρμογή μόνο καλλιεργητικών μέτρων, δηλαδή η αναγνώριση, αφαίρεση και απομάκρυνση των προσβεβλημένων κληματίδων, οι οποίες είναι χαρακτηριστικά γκριζόλευκες και “κούφιες”.
Διαχείριση της αυτοφυούς βλάστησης των αμπελιών
Δεν πρέπει να καταστρέφουμε την αυτοφυή βλάστηση, καθώς δεν επιβαρύνει το αμπέλι. Αποφεύγουμε τη Η χημική ζιζανιοκτονία και την κατεργασία του εδάφους. Αντίθετα, ενθαρρύνουμε την παρουσία αυτοφυούς βλάστησης στο περιβάλλον του αμπελώνα (όπως η ξινίθρα) ή την εγκατάσταση επιθυμητής κάλυψης εδάφους (όπως με ψυχανθή ή μίγματα ψυχανθών με αγρωστώδη).
Η διατήρηση φυτοκάλυψης προσφέρει πολλαπλά πλεονεκτήματα:
Προστασία του εδάφους από τη διάβρωση, ιδιαίτερα σε επικλινή εδάφη.
Συγκράτηση των νερών της βροχής και μείωση της επιφανειακής απορροής.
Ανταγωνισμό επιζήμιων ζιζανίων, περιορίζοντας την εξάπλωσή τους.
Βελτίωση της δομής του εδάφους και της διηθητικότητάς του.
Αύξηση της οργανικής ουσίας και της γονιμότητας του εδάφους.
Ενίσχυση της βιοποικιλότητας και της αειφορίας του αγροοικοσυστήματος.
Πηγές: e-agrotis.gr Κέντρο Προστασίας Φυτών Ηρακλείου