
Την ανάγκη αλλαγών και στις ποικιλίες και στον τρόπο καλλιέργειας, στη διαχείριση νερού αλλά και στην τεχνολογία για την προστασία, λόγω των κλιματικών μεταβολών, έχουν επισημάνει επανειλημμένα ομιλητές από διάφορους κλάδους και εκπρόσωποι φορέων, που έχουν καταθέσει τις προτάσεις τους στην Αγροτική Διακομματική Επιτροπή της Βουλής. Από το Ινστιτούτο ΕΝΑ έδωσαν σαφέστερες κατευθύνσεις για τις μεταβολές που επηρεάζουν, λόγω της Κλιματικής Αλλαγής, και την κτηνοτροφία.
Είτε πρόκειται για τα Πανεπιστήμια και το ΓΕΩΤΕΕ είτε αφορά αγροτικούς συλλόγους και συνεταιρισμούς, όλοι συμφώνησαν σε ένα πράγμα: Ανεξάρτητα από την πολιτική της Κοινότητας, οφείλει να αλλάξει αγροτική ατζέντα και η Ελλάδα, προωθώντας ανθεκτικότερες ποικιλίες, ικανές να αντέξουν στις νέες ξαφνικές μεταβολές του καιρού, και ότι αυτή η διαδικασία πρέπει να έχει άμεση σύνδεση με το ζήτημα της ασφάλισης των καλλιεργειών. Η αλλαγή αυτή δεν αφορά όλα τα προϊόντα, ούτε όλες τις ποικιλίες, αλλά εξαρτάται άμεσα από τις μεταβολές σε κάθε περιοχή.
Κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων της Αγροτικής Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής, τονίστηκε πως οι ακραίες καιρικές συνθήκες, οι παρατεταμένες ξηρασίες και τα επαναλαμβανόμενα φαινόμενα καταστροφών, αναδεικνύουν ότι ο καιρός έχει αλλάξει και απαιτεί μια διαφορετική διαχείριση της παραγωγικής διαδικασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, άπαντες συμφώνησαν πως είναι απαραίτητη η αναθεώρηση του κανονισμού του ΕΛΓΑ, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει υποχρέωση καταβολής μεγάλων αποζημιώσεων, συχνά και από τα κρατικά ταμεία, για την ανταπόκρισή του αλλά και για την άρση των γραφειοκρατικών εμποδίων πρόληψης και γρήγορης εξέτασης των ζημιών. Το ποσοστό αποζημιώσεων μετά το 2020 πολλαπλασιάζεται.
Εκπρόσωποι αγροτικών συλλόγων επέμειναν πως οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις στην απόδοση των αποζημιώσεων, απειλούν τη βιωσιμότητα των παραγωγών και των επιχειρήσεων. Διαγράμματα και μετρήσεις έδειξαν πως η θερμοκρασία αλλάζει και κάποιες καλλιέργειες είτε απαιτούν περισσότερο νερό είτε σημειώνουν μεγαλύτερο στρες στο ξηροθερμικό τοπίο. Επιστήμονες που μετέχουν στο Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών (ΕΝΑ), εξήγησαν πως η κλιματική αλλαγή μειώνει τη βοσκοϊκανότητα και τη διαθεσιμότητα του νερού, αλλά είναι αναχαιτιστικός παράγοντας και στην ανάπτυξη των ζώων. Επιπλέον, μειώνει τη γαλακτοπαραγωγή, την αναπαραγωγή και έχει σημαντικές συνέπειες στην αύξηση των ασθενειών. Στην παρούσα φάση, τόνισαν πως η συμμετοχή του Πρωτογενούς Τομέα στην εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου επηρεάζει την ΕΕ κατά 11%.
Σύμφωνα με τη συζήτηση, τα φυτά C4, δηλαδή το καλαμπόκι και μερικά κηπευτικά, πλεονεκτούν στη νέα εποχή έναντι αρκετών άλλων αροτραίων καλλιεργειών, αλλά και δενδροκαλλιεργειών, διότι αντέχουν σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Στην κατηγορία C3 ανήκουν τα περισσότερα γεωργικά φυτά, όπως το σιτάρι, το κριθάρι, η βρώμη, η σίκαλη, το ρύζι, το βαμβάκι, ο καπνός, ο ηλίανθος, αλλά και τα περισσότερα φρούτα και λαχανικά.
«Οι ακραίες καιρικές συνθήκες, οι παρατεταμένες ξηρασίες, τα επαναλαμβανόμενα φαινόμενα καταστροφών, καθιστούν την αγροτική ασφάλιση του πυλώνα βιωσιμότητας. Χρειαζόμαστε έναν σύγχρονο, οικονομικά βιώσιμο ΕΛΓΑ, με νέο κανονισμό ασφάλισης, ψηφιακά εργαλεία ταχείας εκτίμησης ζημιών, έμφαση στην πρόληψη και δυνατότητα συμπληρωματικών ασφαλιστικών σχημάτων. Η αποζημίωση δεν μπορεί να καθυστερεί μήνες· πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο σταθερότητας και ανθεκτικότητας της παραγωγής», ανέφερε ο Γιώργος Κατσουλής, πρόεδρος του Συνδέσμου Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Επιχειρήσεων Ελλάδας, ο οποίος ζήτησε ριζική αναβάθμιση του ΕΛΓΑ. Οι ξηροθερμικές θερμοκρασίες επηρεάζουν περισσότερο περιοχές όπως τα άνυδρα νησιά, η Κρήτη κ.ά. Σύμφωνα με κορυφαία τραπεζικά στελέχη, πέρα από τον ΕΛΓΑ, το ασφαλιστικό κενό στην Ελλάδα για την κάλυψη φυσικών καταστροφών είναι μόλις στο 4%, όταν το ποσοστό ασφάλισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι κοντά στο 25% για φυσικές καταστροφές.