
Ο εντοπισμός μύγας της ροδακινιάς με προέλευση από τη νοτιοανατολική Ασία, στην Αττική, σήμανε έναν πρώτο συναγερμό στις τάξεις των ειδικών, αφού πρόκειται για ακόμη ένα έντομο-εισβολέα που αν εξαπλωθεί, μπορεί να προκαλέσει πολλά προβλήματα στις ελληνικές καλλιέργειες φρούτων. Όπως αναφέρει στον «Ε.Α.» ο καθηγητής Εφαρμοσμένης Εντομολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Νίκος Παπαδόπουλος, πρόκειται για ένα ξενικό είδος που μπορεί να απειλήσει την ευρωπαϊκή αγροτική παραγωγή, αν δεν ληφθούν μέτρα.
«Η μύγα του ροδάκινου έφτασε στη βορειοανατολική Αφρική, σε Αίγυπτο και Λιβύη, ενώ έχει εντοπιστεί και σε Ισραήλ και στην Ιορδανία. Όμως, καταγράφεται και στο κέντρο της Βιέννης, εδώ και μία δεκαετία, αλλά εκεί δεν μπορεί να επιβιώσει κατά το χειμώνα» σημειώνει ο καθηγητής. Παράλληλα, τονίζει ότι η Ελλάδα έχει κλιματικές συνθήκες κατάλληλες για την επιβίωση αυτού του εντόμου.
«Έχουμε μια διαπίστωση της παρουσίας και στην Ελλάδα, στον αστικό ιστό ακόμη, αλλά τα περισσότερα είδη-εισβολείς ξεκινούν από εκεί, όπου καταλήγουν όλα τα εισαγόμενα φρούτα που μπορεί να φέρουν επιζήμια έντομα, αλλά μεγάλες ροές ανθρώπων. Δεν είναι στο μέγιστο επίπεδο ο συναγερμός, απλά το κουδουνάκι χτύπησε» αναφέρει ο κ. Παπαδόπουλος, ενώ σημειώνει ότι πλέον ακολουθούνται ευρωπαϊκά πρωτόκολλα. Μετά τη διαπίστωση της παρουσίας, αυξάνουν την πυκνότητα του δικτύου παγίδευσης, για να διαπιστώσουν αν υπάρχει και σε κάποια άλλη γειτονική περιοχή. Μετά πραγματοποιούν εκτίμηση του κινδύνου και λαμβάνουν μέτρα, ανάλογα με τη σοβαρότητα της κατάστασης, π.χ. για την εξάλειψή του.
«Αν μπορέσουμε και έχουμε τη διαπίστωση στα πρώτα στάδια και χρησιμοποιήσουμε τους πόρους που χρειάζονται για την εξάλειψη, μπορούμε να τα καταφέρουμε. Δεν είναι εύκολο, αλλά έχουμε πιθανότητες» επισημαίνει.
Σε περίπτωση εξάπλωσης αυτού του εχθρού, που μάλιστα έχει μια ευρεία γκάμα ξενιστών, αφού προσβάλλει αρκετά δέντρα φρούτων, υπάρχουν τρόποι αντιμετώπισής του;
«Στο πρόγραμμα FFIPM, που συντόνιζε το εργαστήριό μας και συμμετείχαν 21 ομάδες απ’ όλη την Ευρώπη, τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχουν αρκετές κατάλληλες περιοχές για να εγκατασταθεί το συγκεκριμένο έντομο. Αν εγκατασταθεί, θα προστεθεί στα ήδη υπάρχοντα είδη εντόμων που δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στην παραγωγή των φρέσκων φρούτων. Είναι και ξαδερφάκι της μύγας της Μεσογείου, που προσβάλλει μια μεγάλη γκάμα φρούτων. Το πρόβλημα θα ενταθεί και θα γίνει πιο δύσκολο αν έχουμε έναν επιπλέον εχθρό» επισημαίνει ο κ. Παπαδόπουλος.
Το δεύτερο πρόγραμμα, το React, που έχει ως αντικείμενο τόσο τη μύγα της ροδακινιάς, όσο και την ασιατική μύγα, είναι σε εξέλιξη και αναζητά τρόπους αντιμετώπισής τους ή εξάλειψης σε τοπικό επίπεδο.
«Σε αυτό προσπαθούμε να εισάγουμε την τεχνολογία στειρωμένων εντόμων, για την αντιμετώπιση αυτών των μυγών» συμπληρώνει.
«Από εκεί και πέρα, η κεντρική Μακεδονία είναι στην κίτρινη ζώνη, που σημαίνει οριακή εξάπλωση. Έχουμε όμως πλέον πιο ήπιους χειμώνες και αυτό θα δημιουργήσει προβλήματα σε λίγα χρόνια» σημειώνει επίσης ο καθηγητής.
Σύμφωνα με τον ίδιο, πέρα από την άμεση απώλεια παραγωγής και τη ζημιά στους αγρότες, μπορεί να έχουμε μεγάλα προβλήματα στις εξαγωγές, καθώς το είδος αυτό είναι εχθρός καραντίνας για κάποιες χώρες.
Η μύγα της ροδακινιάς (Bactrocera zonata) είναι ένα εξαιρετικά επιθετικό ξενικό έντομο, που προκαλεί μεγάλη ανησυχία στη Μεσόγειο. Προσβάλλει κυρίως πυρηνόκαρπα, όπως ροδάκινα, βερίκοκα και νεκταρίνια, δαμάσκηνα και κεράσια, καθώς και ορισμένα εσπεριδοειδή (π.χ. μανταρίνια) και φρούτα με μαλακή σάρκα, όπως σύκα και ακτινίδια. Επίσης, μπορεί να βλάψει κάποιες ποικιλίες μήλων και αχλαδιών (αν και αυτά δεν αποτελούν την κύρια προτίμησή της), καταστρέφοντας την παραγωγή με την ωοτοκία της μέσα στον καρπό.
Η αντιμετώπισή της είναι δύσκολη. Χρειάζεται προσεκτική επιλογή εντομοκτόνων, λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο ωοτοκίας και τον κύκλο ζωής της μύγας, ώστε η εφαρμογή τους να είναι αποτελεσματική και να μειώνει την αντίσταση. Η βιολογική καταπολέμηση περιλαμβάνει την ενίσχυση φυσικών εχθρών, όπως ωφέλιμων παρασιτοειδών, αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχει πλήρης λύση. Επιπλέον, η φροντίδα των καλλιεργειών (συλλογή και καταστροφή προσβεβλημένων φρούτων) μειώνει σημαντικά τον πληθυσμό.
Υπάρχουν, όπως είναι γνωστό, χώρες που ακόμη και ένα φρούτο να έχει ένας ιδιώτης μαζί του, ταξιδεύοντας προς μία από αυτές, κινδυνεύει με αυστηρά χρηματικά πρόστιμα. Υπάρχουν οι κανόνες καραντίνας που επιβάλλονται σε κάποιες χώρες απόλυτα και άτεγκτα, όπως στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδία, στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, όπου και η μύγα του ροδάκινου είναι στη σχετική «κόκκινη» λίστα.
«Στην ίδια λίστα είναι και στην Ευρωπαϊκή Ενωση, κι εμείς ακολουθούμε αυτούς τους κανόνες και τα πρωτόκολλα αυτής. Η ΕΕ έχει κάνει αρκετά βήματα προόδου στον τομέα της βιοασφάλειας» σημειώνει ο κ. Παπαδόπουλος, αλλά τονίζει ότι η Ευρώπη είναι μια δύσκολη περιοχή, καθώς η ενοποίηση δεν έχει προχωρήσει σε πολλά επίπεδα, και υπάρχουν ευρωπαϊκοί κανονισμοί που τα κράτη-μέλη οφείλουν να ακολουθούν, αλλά δεν τους ακολουθούν όλα και στον ίδιο βαθμό.
«Βέβαια, εμείς ως χώρα έχουμε κάνει βήματα προόδου. Θα έπρεπε να υπάρχουν σίγουρα περισσότερα κονδύλια, για να έχουμε ένα καλύτερο επίπεδο ασφάλειας, αλλά η Ελλάδα ακολουθεί, ίσως όχι απόλυτα πιστά, τις ευρωπαϊκές οδηγίες. Το πρόβλημα είναι ότι στις περιοχές της κεντρικής Ευρώπης που κάνουν πολλές εισαγωγές τέτοιων φρούτων, δεν αντιμετωπίζουν τους ίδιους κινδύνους με τις μεσογειακές χώρες. Οπότε δεν έχουν απόλυτη εφαρμογή των μέτρων αυτών και από την εισαγωγή και μετά, η διακίνηση των προϊόντων είναι ελεύθερη» περιγράφει.
«Η ασιατική μύγα έχει την ίδια αφετηρία με τη μύγα του ροδάκινου και είναι ίσως και πιο επιθετική. Μετά υπάρχουν κάποια μικρολεπιδόπτερα που και αυτά είναι επικίνδυνα, βρισκόμενα στην Αφρική. Η λίστα εντόμων που απειλούν την Ευρώπη και τις καλλιέργειές της είναι μεγάλη. Κάθε λίγα χρόνια έχουμε και ένα γεγονός» αναφέρει ο κ. Παπαδόπουλος, συμπληρώνοντας όμως ότι υπάρχουν και κάποια είδη-εισβολείς, που δημιουργούν στην αρχή μεγάλο πρόβλημα, αλλά στη συνέχεια οι επιπτώσεις τους υποχωρούν.
«Αυτό γίνεται γιατί υπάρχουν φυσικοί εχθροί και προγράμματα βιολογικής καταπολέμησης, αντιμετωπίζουν κι αυτά κάποια προβλήματα και υποχωρούν. Αλλά στις μύγες των φρούτων δεν υπάρχουν λύσεις, και με την εγκατάστασή τους αποτελούν βασικό πρόβλημα για τις καλλιέργειες» τονίζει ο ειδικός εντομολόγος.
Πάντως, τα είδη-εισβολείς έχουν έρθει ήδη στην Ελλάδα και απειλούν καλλιέργειες και οικοσυστήματα.
Μεταξύ αυτών, το Rhynchophorus ferrugineus από τη νότια Ασία, που καταστρέφει φοίνικες, το Aleurocanthus spiniferus, επίσης από την Ασία, που πλήττει εσπεριδοειδή, και το αφρικανικό Spodoptera littoralis, που προσβάλλει βαμβάκι και λαχανικά.
Προβλήματα δημιουργεί και η ασιατική σφήκα Vespa velutina, που πλήττει τα μελίσσια, ενώ καταγράφονται επίσης αφίδες και κοκκοειδή από την Αφρική και την Ασία. Αυτά τα είδη δεν υπήρχαν παλαιότερα στον ελληνικό χώρο και, όπως προαναφέραμε, έχουν προκύψει κυρίως λόγω εμπορικών και πληθυσμιακών μετακινήσεων και της κλιματικής αλλαγής.
Δεν είναι μόνο τα έντομα-εισβολείς που απασχολούν τους ειδικούς, αλλά και τα ενδημικά και αυτά που προσφέρουν στον άνθρωπο πολλά. Χαρακτηριστικότερο όλων είναι η μέλισσα και το ερώτημα είναι αν η μελισσοκομία έχει προκλήσεις και κινδύνους μπροστά της στο μέλλον.
«Έχει κι αυτή τα δικά της προβλήματα. Έχουμε το μεγάλο στην Ευρώπη θέμα με διάφορα παράσιτα, και η μέλισσα κινδυνεύει και λόγω της κλιματικής αλλαγής και από πολλά εντομοκτόνα, που οδηγούν σε απώλεια του προσανατολισμού και θα μας απασχολήσει περισσότερο αυτό για την επικονίαση σύντομα. Είναι ένα τεράστιο θέμα που αφορά όλον τον πλανήτη, γιατί δε θα έχουμε έντομα και μέλισσες για την επικονίαση των φυτών, που δίνουν ένα μεγάλο μέρος της τροφής» σχολιάζει ο κ. Παπαδόπουλος.
Από την άλλη, υπάρχουν μελέτες που ήδη αναφέρουν ότι τα έντομα στον πλανήτη συνολικά μειώνονται, και αυτό μπορεί να επιφέρει συνέπειες στο όλο σκηνικό. Ο καθηγητής, απαντώντας στο σχετικό ερώτημα, σημειώνει: «Φαίνεται ότι μειώνονται οι πληθυσμοί των εντόμων, αλλά τα έντομα είναι πιο ανθεκτικά από εμάς στις αλλαγές».
Ο κ. Παπαδόπουλος κλήθηκε να απαντήσει αν θα υπάρξει και οριστική λύση απέναντι στη σφήκα της καστανιάς, που για ακόμη μία χρονιά πλήττει τις ελληνικές καστανιές και επισημαίνει ότι το ωφέλιμο έντομο που απελευθερώνεται είναι η λύση, αλλά υπάρχουν κι εκεί ερωτήματα.
«Χρειάζεται αρκετή μελέτη και περισσότερες ίσως εξαπολύσεις, για να δούμε την επίδραση του παρασιτοειδούς. Γίνεται δουλειά, αλλά δεν είμαστε απόλυτα βέβαιοι αν μπορεί να εγκατασταθεί σε μεγάλους πληθυσμούς και αν δε χρειάζονται εξαπολύσεις κάθε έτος, διαδικασία κοστοβόρα για τους παραγωγούς ή για όποιον φορέα» σημειώνει ο ειδικός εντομολογίας.




